Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

3.Η ΙΔΡΥΣΙΣ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΟΖΑΝΗΣ

Η ίδρυσις της Μητροπόλεως Κοζάνης
Γράφει ο Βασίλης Αποστόλου 

            Στα βυζαντινά χρόνια μεγαλύτερη πόλη της περιοχής της Κοζάνης ήταν τα Σέρβια. Από τον 9ο αιώνα ως το 1745 λειτουργεί η Επισκοπή Σερβίων με έδρα τα Σέρβια η οποία υπαγόταν στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης.
            Με την κατάληψη των Σερβίων από τους Τούρκους στο τέλος του 14ου αιώνα εγκαθίσταται στην πόλη η πολιτική και στρατιωτική διοίκηση των Τούρκων κατακτητών. Οι μουσουλμάνοι των Σερβίων αυξάνονται με γοργό ρυθμό. Γρήγορα γίνονται πλειοψηφία. Οι χριστιανοί κάτοικοι χρόνο με το χρόνο εγκαταλείπουν την πόλη. Επιλέγουν για νέα κατοικία τους τα ορεινά χωριά της περιοχής και κυρίως τον οικισμό της Κοζάνης. Αποτέλεσμα όλων αυτών των μετακινήσεων ήταν ο χριστιανικός πληθυσμός των Σερβίων να μειωθεί σημαντικά και να ενισχυθεί αντίστοιχα της Κοζάνης.
            Έτσι  η έδρα της Επισκοπής Σερβίων το έτος 1745, επί Επισκόπου Μελετίου[1], μεταφέρεται στην πόλη της Κοζάνης κι ο τίτλος της Επισκοπής ονομάζεται «Σερβίων και Κοζάνης». Συνεχίζει να ανήκει στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης.
Στις 12 Απριλίου του 1877 ξεσπά Ρωσοτουρκικός πόλεμος. Οι Μακεδόνες επαναστατούν, οργανώνουν τοπικά κινήματα. Στις 19-1-78 ο ρωσικός στρατός φτάνει στην Ανδριανούπολη. Εκεί υπογράφεται Πρωτόκολλο που προέβλεπε την αυτόνομη ηγεμονία της Βουλγαρίας. Το εθνικό κέντρο αφυπνίζεται. Το ίδιο και το Πατριαρχείο. Τα επαναστατικά κινήματα στη Δυτική Μακεδονία οργανώνονται από την εκκλησία.
             Οι Δυτικομακεδόνες αντιδρούν καθολικά. Η επαρχία Κοζάνης διαμαρτύρεται όχι μόνο στρατιωτικά αλλά και διπλωματικά.  Μία τέτοια διαμαρτυρία η οποία αποτελεί σημαντικό ιστορικό κείμενο είναι καταχωρημένη στον  κώδικα της Επισκοπής Σερβίων-Κοζάνης  των ετών 1875-1889 σελ. 63 με τίτλο Αντίγρ. Αναφοράς προς ευρωπαϊκόν Συνέδριον. [2]

 «Φήμαι λυπηρόταται αφορώσαι την τύχην της προσφιλούς ημών πατρίδος Μακεδονίας κυκλοφορούσιν από τινος ενταύθα και λαμβάνουσιν οσημέραι υπόστασιν. Κατά τας φήμας ταύτας η πεφιλημένη ημών πατρίς Μακεδονία περιλαμβάνεται κατά το όλον ή το μέρος εν αγνοία ημών και παρά τας πανδήμους και ρητάς διαμαρτυρήσεις ημών και ιδίως την της 20ης Οκτωβρίου 1876. ην διηνθύναμεν δια της ανωτάτης ημών πνευματικής αρχής του εν Κωνσταντινουπόλει οικουμενικού Πατριαρχείου προς ους έδει εις την σχηματισθησομένην συνεπεία του ρωσοτουρκικού πολέμου ηγεμονίαν της Βουλγαρίας.
 Η λύπη ημών κατέστη αφόρητος και απελπιστική διότι τοιαύτη τις οροθέτησις της Βουλγαρίας ουδόλως δικαιολογουμένη απέναντι των Βουλγάρων μη κατακτησάντων δικαιώματι πολέμου την χώραν ημών δεν δύναται πιστεύομεν να επιτραπή ουδέ να γείνη εφ’ όσον ημείς ζώμεν και υπάρχομεν παρά την θέλησιν ημών προς μεγίστην περιφρόνησιν πάσης αρχής παντός δικαίου και των στοιχειωδεστέρων αρχών του διεθνούς νομίμου καθ’ ο ουδενί επιτρέπεται διαθέτειν περί λογικών όντων άνευ της θελήσεως αυτών και χωρίς να ληφθή υπ’ όψιν η θρησκεία και τα ήθη αυτών, η γλώσσα και τα αισθήματα αυτών, αι προσδοκίαι και αι παραδόσεις αυτών και η ιστορία αρχαία τε και νεωτέρα της πατρίδος αυτών. Άλλως τε το καταστήσαι του πέραν του Αίμου Βουλγάρους, οίτινες παρ’ ημίν ζώσιν ως επήλυδες[3] και ως ξένοι επιδραμόντες κατά διαφόρους καιρικάς περιστάσεις, κυρίους και Δεσπότας ημών. Και της Μακεδονίας, εστίν ημίν ούτω μισητόν και αποτρόπαιον ώστε και να σκεφθώμεν καν περί τούτου απεχθανόμεθα.
Εάν εξήρτητο αφ’ ημών να αποφανθώμεν περί της τύχης ημών και της προσφιλούς ημών πατρίδος Μακεδονίας εις ουδενός ημών τον νουν ήθελεν έλθει ποτέ αναμφιβόλως να ζητήσωμεν την προσάρτησιν ημών και αυτής εις την νέαν ηγεμονίαν της Βουλγαρίας, καθ’ όσον ως προελέχθη, υπάρχουσιν ιεροί δεσμοί, ους ουδέποτε λησμονεί τις, υπάρχουσι δεσμοί γλώττης και εθνότητος, θρησκείας και ιστορίας, αναμνήσεων και προσδοκιών συνδεουσών ημάς μετά των ομαιμόνων ημών και ουχί των πέραν του Αίμου επιδρομέων Βουλγάρων. Αλλ’ επί του παρόντος και επί τω ακούσματι  μόνω της μνησθείσης φήμης ερχόμεθα δια της παρούσης να διαμαρτυρηθώμεν πασών δυνάμεων  πανδήμως και ρητώς, ως και διαμαρτυρόμεθα, εναντίον της υπαγωγής της Πατρίδος ημών Μακεδονίας ή της επαρχίας ημών, τόπου όλως ελληνικού ιστορικώς και υπό πάσας τας απόψεις εις την νέαν ηγεμονίαν της Βουλγαρίας και να αξιώσωμεν, ίνα παραχωρηθή εις την αγαπητήν ημών πατρίδα την Μακεδονίαν σύστημα, διοικητικόν και πολιτικόν σύμφωνον τη θελήσει τοις εθίμοις και παραδόσεσιν ημών, εξασφαλίζον την τύχην ημών και  κεχωρισμένον και ανεξάρτητον όλως της νέας ηγεμονίας της Βουλγαρίας.
Στηριζόμενοι εις τε το δίκαιον και την εσχηματισμένην στερεάν απόφασιν ημών να μη ανεχθώμεν μηδέ προς στιγμήν την υπαγωγήν του τόπου ημών εις τους Βουλγάρους προ πάντων δε εις την δικαιοσύνην των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων και επιμαρτυρόμενοι τον Πανάγαθον Θεόν επί τη αποφάσει ταύτη οι υποφαινόμενοι κάτοικοι της επαρχίας Κοζάνης επαναλαμβάνομεν αύθις τας πανδήμους και ρητάς διαμαρτυρήσεις ημών κατά της ρηθείσης φήμης και παρακαλούμεν τας ευρωπ. Δυνάμεις μεριμνώσας  δια την εν Ανατολή παύσιν των αιματοχυσιών και δια την σωτηρίαν της ζωής και τιμής και ημών των εν Μακεδονία να μη παραδεχθώσι τοιαύτην οροθέτησιν της Βουλγαρίας.
Βέβαιαι ούσαι  ότι ούτω μόνον θέλουσι απομακρίνη του τόπου ημών χύσεως αιμάτων και βεβαίαν καταστροφήν αυτού απειλουμένου αφεύκτως εν περιπτώσει προσαρτήσεως της Μακεδονίας, εις την νέαν ηγεμονίαν της Βουλγαρίας.
Έν Κοζάνη τη 16 Φεβρουαρίου 1878.

Έπονται υπογραφή Κοζάνης και των χωρίων μετά των μουχταρικών σφραγίδων».
Δεν αναφέρονται τα χωριά.[4]
Δύο μέρες αργότερα στον Μπούρινο οι συγκεντρωμένοι επαναστάτες στις 18 Φεβρουαρίου του 1878 (2-3-78) σχηματίζουν την Προσωρινή κυβέρνηση της επαρχίας Ελιμείας με πρόεδρο τον Ιω.Κ. Γκοβεδάρο, Γραμματέα τον Α.Η.Πηχεών και μέλη τους Ζήσης Εμμανουηλίδης, Παπά Χριστόδουλος, Παπά Ιωάννης, Αθανάσιος Γρηγορίου. Αρχηγός των Επαναστατών ήταν ο Ι.Λιάτης.
Το Στις 19 –2-1878 στον Άγιο Στέφανο, προάστιου της Κωνσταντινούπολης,[5] υπογράφεται η συνθήκη του «Αγίου Στεφάνου». Οι Ρώσοι ως νικητές του Ρωσοτουρκικού πολέμου επιβάλουν τους δικούς τους όρους. Δημιουργούν τη Μεγάλη Βουλγαρία. Σ’ αυτήν συμπεριλαμβάνονται περιοχές της Μακεδονίας εκτός της Θεσσαλονίκης Χαλκιδικής. Στην περιοχή της Κοζάνης τα όρια φτάνουν ως τον Κόμανο της Πτολεμαΐδας.

            Αποτέλεσμα αυτών των διαμαρτυριών ήταν να συγκληθεί το Συνέδριο του Βερολίνου από την 1η Ιουνίου ως την 1η Ιουλίου του 1978. Μεταξύ των αποφάσεων ήταν η ίδρυση μεταξύ Δουνάβεως και Αίμου υποτελής στο Σουλτάνο Βουλγαρική ηγεμονία, ολόκληρος η Μακεδονία παρέμεινε στην Οθωμανική αυτοκρατορία και η παραχώρηση της Άρτας και Θεσσαλίας πλην Ελασσόνας στην Ελλάδα. Η προσάρτηση της Θεσσαλίας πραγματοποιήθηκε το 1881.

 Τότε ο Τούρκος Νομάρχης μετέφερε την έδρα της Νομαρχίας στα Σέρβια, «Επειδή δεν εθεωρήθη αξιοπρεπές ο Νομάρχης να συνεργάζεται μεθ’ απλού Επισκόπου, τη αιτήσει της Τουρκικής Κυβερνήσεως ο Επίσκοπος Σερβίων και Κοζάνης προεβιβάσθη εις Μητροπολίτην».[6]

Έτσι με τη Συνοδική απόφαση του  Πατριαρχείου, με ημερομηνία 10 Ιουνίου 1882, προήχθη σε Μητρόπολη επί οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄(1878-1884 και 1901-1910) κι ο Επίσκοπος Ευγένιος[7] σε Μητροπολίτη και η Μητρόπολη υπήχθη απ’ ευθείας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.[8]

Σχετικό σημείωμα Κώδιξ Επισκοπής 1875-1889 σελ. 184[9] «Σήμερον Ιουνίου 10 Γράμματα Πατριαρχικά επίσημα καταφθάντα και Τόμος εκκλησιαστικός καταχωρηθείς εις νέο κώδικα ανακηρύττεται την τέως επισκοπήν του Αγίου Θεσσαλονίκης, Σερβίων και Κοζάνης εις Μητρόπολιν και τον ευκλεώς αρχιερατεύοντα προ 33ων ετών εις Μητροπολίτη … Κοζάνη 10 Ιουνίου 1882».
 
Με απόφαση της ελληνικής κυβερνήσεως, «Εν Σερβίοις συνιστάται Προξενείον Β΄ τάξεως εδρεύον αυτόθι ή εν Ελασσώνι». Το προξενείο λειτούργησε στην Ελασσόνα, 5 Ιανουαρίου 1882, παρά τις συνεχείς οχλήσεις των Τούρκων για μεταφορά του στα Σέρβια. Το ελληνικό κράτος επικαλούνταν την έλλειψη κατάλληλου κτηρίου στα Σέρβια.


[1] Ο Μελέτιος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Διετέλεσε επίσκοπος Σερβίων από το 1734 ως το 1745 και επίσκοπος Σερβίων και Κοζάνης από το 1745 ως το 1752.
[2] Με παρόμοιο κείμενο διαμαρτύρονται προς τις μεγάλες δυνάμεις στις 15-2-1878 οι Μουχτάρηδες και Δημογέροντες του τμήματος Σελίτσης (Εράτυρας), του Τσιρούσινου (Μικροκάστρου) και οι Επίτροποι του τμήματος Βογατσικού και Λοσνίτσης (Γέρμας). Αριστ. Κωστόπουλου. «Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΑΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ» σ.145.  Γεωργίου Μπόντα. «Η ΕΠΑΝΑΣΤΣΗ ΤΟΥ ΜΠΟΥΡΙΝΟΥ ΤΟ 1878 ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΣΙΑΤΙΣΤΑΣ» Ελιμειακά  Τεύχος31. Πιθανόν να εστάλη διαμαρτυρία κι από τους δημογέροντες Σιατίστης, Κωντσικού, Πέλκας, Δρυόβουνου.
[3] Έπηλυς= ο ερχόμενος σε κάποιον τόπο, αυτός που ήρθε πρόσφατα, ο ξένος, αυτός που ήλθε από αλλού. Κώστας Κουπιόκλης. « Λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας». ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ Αθήναι 2001
[4] Η αντιγραφή στον κώδικα κάλυψε ολόκληρη τη σελίδα και το περιθώριο. Ο αντιγραφέας δε θέλησε να χρησιμοποιήσει την επόμενη σελίδα. Έτσι δε γνωρίζουμε τους εκπροσώπους της πόλης της Κοζάνης και των χωριών της επαρχίας Κοζάνης που υπέγραψαν τη διαμαρτυρία.
[5] Ο κατάπλους του Αγγλικού στόλου στα παράλια της Κωνσταντινούπολης απέτρεψε την προέλαση του ρωσικού στρατού στην Πόλη.
[6] Ηλία Λαμπρέτσα: Κωνστάντιος Ματουλόπουλος. «Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΕΡΒΙΩΝ ΚΑΙ ΚΟΖΑΝΗΣ.» ΣΕΛ. 41 Προσφορά του βιβλίου από Έλλη Λαμπρέτσα η οποία είχε και την επιμέλεια του βιβλίου.
[7] Ο Ευγένιος γεννήθηκε στα Σέρβια το 1808. Διετέλεσε επίσκοπος Σερβίων-Κοζάνης από το 1849 ως το 1882 και Μητροπολίτης ως το 1889. Επί των ημερών του ανηγέρθη το καμπαναριό της Κοζάνης 1853-1854.
[8] Ιωάννη Δημόπουλου. «ΤΑ ΠΑΡΑ ΤΟΝ ΑΛΙΑΚΜΟΝΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ» σελ.10
[9] Αρχεία Ν. Κοζάνης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου